Home ReviewsGame Reviews Valfaris | The Review

Valfaris | The Review

Γράφει ο Στέλιος Αναγνωστόπουλος
0 σχόλιο

A brief history of gaming time.

Υπήρξε μια εποχή και ένα σύμπαν όπου τα Turrican, Jim Power και Contra απασχολούσαν τον γράφοντα υπό τη συνοδεία των Iron Maiden, Metallica, Yngwie Malmsteen, Dream Theater κ.α. Η μουσική των συγκεκριμένων παιχνιδιών δεν υστερούσε σε κάτι· ίσα ίσα, μάλιστα, που το midi/synth soundtrack και ambient ήταν για την εποχή του επιμελώς πρωτότυπο. Επειδή τότε τα video games παίζονταν πιο συχνά -ακόμα και αν τα είχες ολοκληρώσει πολλές φορές για να «επιβεβαιώσεις» το απολαυστικό gameplay- η μουσική τους επαναλαμβανόταν οπότε κατέφευγες σε μια εναλλακτική ακουστική συντροφιά. Τα καλύτερα reviews ήταν εκείνα που αναπαράγονταν στοιχηδόν, από στόμα σε στόμα, και στο co-op. Ήταν η εποχή όπου κινούμασταν ανάμεσα σε  IBM και συμβατούς (sic), σε Amiga και κονσόλες δεύτερης (1976-1992) και τρίτης (1983-2003) γενιάς. Οι δισκέτες εναλλάσσονταν στα χρονοβόρα loading των drives όσων δεν διέθεταν σκληρό δίσκο.  Διαθέταμε, όμως, «σκληρή» μουσική.

A Freudian nightmare

Ο μακρυμάλλης άτεγκτος ήρωας φέρει το επιβλητικό όνομα «Therion»· έχει μόλις ξυπνήσει από τον κρυογενικό ύπνο της επιστροφής στην πατρίδα, τον πλανήτη Valfaris. Προσεγγίζοντας, η AI του σκάφους τον ενημερώνει ότι το scanner ανίχνευσε πολλαπλές μορφές εξωγήινης ζωής στον πλανήτη ενώ παράλληλα δέχεται επίθεση από τον ίδιο του τον πατέρα τον οποίο και πρέπει να σταματήσει. Έχουμε να κάνουμε με κλασικό φροϋδικό daddy issue -προσφιλές θέμα από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα- όπου καλείσαι να υποστείς την ψυχανάλυση του πρωταγωνιστή με αρκετά ανορθόδοξο τρόπο. Το σενάριο είναι υποτυπώδες· δεν υπάρχει κάποιος μεγαλεπήβολος σκοπός για να φέρεις εις πέρας και αυτό ανασύρει και απελευθερώνει την ανάκουη, νιχιλιστική και καταστροφική μας πλευρά.

Riffs and gore

Το παιχνίδι αισθητικά κινείται ανάμεσα στο scifi μοτίβο, την ψυχεδέλεια και το gore. Η ποικιλία των τεράτων είναι ικανοποιητική χωρίς, μάλιστα, να επαναλαμβάνονται μεταξύ των επιπέδων. Η γλωσσολογική περιγραφή τους αυτοπεριορίζεται αφού δεν υπάρχουν τόσο χιμαιρικές εμπειρίες για να αποτυπωθούν και λεκτικά. Ο πολυδιάσπαστος κόσμος του Valfaris αναπαρίσταται γραφικά με την κυρίαρχη συμβίωση κάποιας εξελικτικής και γενετικής αποτυχίας με το σάχνιασμα, την «τυχοδιωκτική» τεχνολογία με υβές τιτάνιες μορφές, τα αυτόνομα βιολογικά όργανα ενδεδυμένα με εικονικές μεταλλικές υποστάσεις, απομεινάρια και κουφάρια μιας εικονοκλαστικής πραγματικότητας.

Στα μικρά διαλείμματα από τις μάχες, η AI του σκάφους θα σας ενημερώνει για τα επόμενα βήματα της μοναχικής αποστολής σας και ταυτόχρονα θα συμμετέχει στο lore του παιχνιδιού μέσω cheesy διάλογων που θα έχει με τον Therion. Το scrolling είναι ομαλό, τα γραφικά στοιχεία δεν είναι ασφυκτικά, δεν προκαλούν σύγχυση ή απόσπαση της προσοχής -κάτι που είναι σύνηθες στα παιχνίδια του είδους-, κρατώντας καλά κρυμμένα μυστικά, όπως θα δούμε αργότερα. Το animation του ήρωα και των τεράτων είναι υποδειγματικό. Επίσης, εξόφθαλμες είναι οι επιρροές του H.R.Giger (1940-2014) στον σχεδιασμό των επιπέδων και των background στοιχείων τα οποία πραγματικά σε αφήνουν άναυδο με την λεπτομέρεια και την καλαισθησία. Με κάθε νέα προσθήκη στο οπλοστάσιο εμφανίζεται ένα ιδιαίτερο animation λίγων δευτερολέπτων, όπου ο Therion επιδίδεται σε headbanging, με τις ηλεκτρικές κιθάρες και τα drums να παίρνουν φωτιά! Το pixel art στο απόγειό του! Τα bosses -αλλά και τα όπλα- περιλαμβάνουν όλες εκείνες τις αναμενόμενες ονομασίες-χαρακτηρισμούς που αγγίζουν το επίπεδο του κιτς αλλά καταλήγουν, τελικά, να είναι και οι πιο κατάλληλες μέσα σε αυτό το concept. Χωρίζονται σε δυο κατηγορίες: τα semi bosses και τα end stage bosses τα οποία είναι challenging μέχρι να βρείτε τον συγχρονισμό σας. Από εκεί και ύστερα είναι θέμα χρόνου μέχρι να καταφέρετε.

Την μουσική επένδυση έχει επιμεληθεί ο κιθαρίστας Curt Victor Bryant που τον θυμόμαστε από το soundtrack του Slain (Digerati,2016). Ο ήχος πραγματικά αναπτερώνει το ηθικό του παίκτη προσδίδοντας ταυτόχρονα στο gore σκηνικό την κατάλληλη ατμόσφαιρα. Έχω εκμυστηρευτεί και σε άλλα reviews ότι η μουσική υπόκρουση είναι -μετά το story και το lore- το εισιτήριό μου για έναν εικονικό κόσμο. Πολλές φορές, λοιπόν, η μουσική φαίνεται να συντονίζει το gameplay με τον ρυθμό δράσης και την ένταση σαν μετρονόμος. Το παιχνίδι πόρρω απέχει από «υπαρξιακές» αναζητήσεις αφού τα κείμενα που συνοδεύουν τους διαλόγους και το σενάριο περιορίζονται στο context «I’m here to kick ass and chew bubblegum and I’m all out of bubblegum»· σε αυτού του είδους  παιχνίδια, άλλωστε, αυτό που χρωματίζεται κυρίως είναι το gameplay το οποίο θα το εξετάσουμε αμέσως παρακάτω. 

Blast beats and shredding

Ξεκινώντας το παιχνίδι έχετε στη διάθεσή σας ένα humble plasma pistol και ένα plasma sword που αναγράφει το όνομά σας. Γρήγορα θα αποκτήσετε πρόσβαση σε πληθώρα όπλων, τόσο melee όσο και shooting, τα οποία επιδέχονται αναβάθμισης με τα blood metals τα οποία βρίσκονται σε φανερά αλλά και συγκεκαλυμμένα γραφικά σημεία. Στο παιχνίδι δεν υπάρχουν power ups. Η αναπλήρωση του HP γίνεται από loot σε σχήμα πραγματικής(!) καρδιάς και σε save points ενώ εκείνη του stamina μετά από την καταστροφή εχθρών και στοιχείων των επιπέδων. Το stamina οποίο αποτελεί το «fuel» τόσο της ασπίδας όσο και των destroyer class όπλων. Η ασπίδα καταναλώνει stamina μόνο όταν αποκρούεις επιθέσεις και τα όπλα διακρίνονται στα συμβατικά και στα destroyer class. Τα συμβατικά δεν καταναλώνουν stamina και γενικά είναι πιο αδύναμα, ωστόσο, επιδέχονται αναβάθμισης η οποία περιλαμβάνει τέσσερα level με αυξανόμενη κάθε φορά απαίτηση σε blood metals. Τα destroyer class όπλα καταναλώνουν σε μεγαλύτερο βαθμό αλλά με διαφορετικό ρυθμό stamina.  Άλλωστε, όπως θα παρατηρήσετε, τα χαρακτηριστικά και οι δυνατότητες των όπλων είναι αντιστρόφως ανάλογα της χρηστικότητάς τους κατά περιστάσεις. Αυτό που εντυπωσιάζει είναι η ποικιλία (19 όπλα συνολικά) που σας επιτρέπει να καταφύγετε στην κατάλληλη και κατά περίπτωση στρατηγική για τα επόμενα βήματά σας. Έχετε την «ελευθερία» να πυροβολήσετε σε 8 κατευθύνσεις είτε εν κινήσει είτε από σταθερό σημείο. Για να «γεμίσει» το stamina bar θα χρησιμοποιήσετε αποκλειστικά melee weapons καθώς μόνο με αυτά οι εχθροί αφήνουν loot stamina points. Με την ασπίδα σας, εκτός από την απόκρουση των επιθέσεων, έχετε τη δυνατότητα να «κλειδώσετε» το projectile του εχθρού μετά από τον κατάλληλο συγχρονισμό και να το κατευθύνετε εναντίον του.

Οι πίστες είναι στημένες τόσο horizontally όσο και vertically με τις τελευταίες να είναι περισσότερο challenging αφού θα κληθείτε να αποφύγετε τόσο τέρατα και projectiles όσο και υποχθόνια και αναβλύζοντα στοιχεία που θα κινούνται απειλητικά προς το μέρος σας. Εδώ ισχύουν οι κλασικοί κανόνες επιβίωσης σε action shooting game: if it moves, shoot it. Θα πρέπει κάθε φορά να εξοικειώνεστε σε πραγματικό χρόνο με τα μοτίβα κίνησης και τις ενέργειες των εχθρών, να υπολογίζετε τις αποστάσεις, τη λογική σειρά καταστροφής των εχθρών προκείμενου να μην βρεθείτε ακάλυπτοι, να γνωρίζετε πότε να αποφεύγετε άμεσες συμπλοκές, να χρησιμοποιείτε -όπου, φυσικά, αυτό είναι εφικτό- πλατφόρμες και άλλα αντικείμενα στο γραφικό περιβάλλον για κάλυψη και το πιο σημαντικό: να λαμβάνετε υπ’ όψιν σας τον χαοτικό αστάθμητο παράγοντα. Υπάρχουν πολύ συχνά save points/checkpoints τα οποία είναι ταυτόχρονα και upgrade stations όπου μπορείτε να αναβαθμίσετε τα όπλα σας ή να επιλέξετε να εξοπλιστείτε με διαφορετικά. Θα έχετε κάθε φορά στη διάθεσή σας δύο shooting όπλα, ένα αδύναμο και ένα destroyer class, και ένα melee. Κάθε φορά που κάνετε χρήση του checkpoint συνεχίζετε την περιπέτειά σας από εκείνο το σημείο με τα HP και stamina που διαθέτατε. Για να ενεργοποιήσετε αυτά τα save/checkpoints θα πρέπει να έχετε μαζί σας resurrection idols τα οποία αναπληρώνουν τα HP και stamina.

Ο αριθμός των resurrection idols που μπορείτε να αποθηκεύσετε αυξάνεται κατά την διάρκεια του παιχνιδιού και αν μαζέψετε αρκετά -χωρίς, δηλαδή, να τα χρησιμοποιείτε αποκλειστικά στα checkpoints- θα έχετε την επιλογή να τα «ανταλλάξετε» σε ειδικές βάσεις με blood stones για να αναβαθμίσετε τον εξοπλισμό σας. Είναι καθαρά θέμα προσέγγισης αλλά και ρίσκου που ανεβάζει την αδρεναλίνη. Τα blood metals θα τα εντοπίζετε περιοδικά σε κάποιο γραφικό προκάλυμμα είτε σε trial challenge –πρόκειται για «mini games» με σκοπό την γρήγορη εξολόθρευση ορδών τεράτων- , ή στο τέλος της πίστας μετά από boss battle.  Επίσης, θα χρησιμοποιήσετε σε αρκετά σημεία ιπτάμενες οντότητες, γιγαντιαία robots και άλλα εν είδει mounts για να προσεγγίσετε αποκλεισμένες περιοχές σκορπίζοντας τον πανικό με εξωφρενικό συγκλυσμό πυρών. Οι ονομασίες των όπλων, όπως αναφέραμε και πιο πάνω, είναι ομολογουμένως πετυχημένες παρά την υπερβολή. Αρκεί να σας αναφέρω μόνο το όπλο «Man ‘O war» για να σας προϊδεάσω και να μην σας χαλάσω την έκπληξη. Η πρόοδος του παιχνιδιού είναι γραμμική αν εξαιρέσουμε τα περιορισμένα optional mini games. Σύμφωνα με την εταιρεία, βρίσκεται ήδη υπό ανάπτυξη ένα New Game+ feature με την ονομασία ‘Full Metal Mode’ το οποίο θα είναι δωρεάν και θα περιλαμβάνει όλα τα ήδη υπάρχοντα όπλα με τις αναβαθμίσεις τους, εξελιγμένους εχθρούς και bosses, μεγαλύτερο βαθμό damage στον παίχτη και, τέλος, την προσθήκη ενός επιπλέον destroyer class όπλου.

Θα βρεθείτε πολλές, μα πάρα πολλές φορές στη δυσάρεστη θέση να αμφισβητήσετε και να θρηνήσετε τις όποιες δεξιότητες διαθέτετε, να υψώσετε τη γροθιά σας συνοδεία ιαχών με μια πληθώρα φωνηέντων, όπως «Όοοχιιι!», «NoOooOo!» ή οι πιο δραματικοί από εσάς που διαθέτουν και Σαιξπηρικό ρεπερτόριο με «Alas, damnation!». Το παιχνίδι είναι ο ορισμός του hardcore difficulty και η μοναδική σας διέξοδος είναι το trial and error. Σε δύο-τρία σημεία το παιχνίδι δεν «χαρίστηκε» και ομολογουμένως προκάλεσε επιδεικτικά το νευρικό μού σύστημα. Για παράδειγμα, υπάρχουν μέρη όπου ο χαρακτήρας πρέπει να κρεμαστεί από κάποιου είδους βρυώδεις αερογέφυρες προκειμένου να σκαρφαλώσει στα ανώτερα επίπεδα. Ταυτόχρονα δέχεται επίθεση από ιπτάμενα τέρατα και σε περίπτωση που σε αγγίξει κάποιο ή σε πετύχει με projectile πέφτεις και στην πλειονότητα των περιπτώσεων θα πρέπει να επαναλάβεις τη διαδρομή. Αυτά τα σημεία ήταν και τα μοναδικά που δημιούργησαν ανεπαίσθητες μυϊκές συσπάσεις στη δεξιά πλευρά του προσώπου μου φοβούμενος για μη αναστρέψιμη εγκεφαλική βλάβη. Σε γενικές γραμμές, όμως, πρόκειται για μια αξέχαστη challenging εμπειρία!

Indie metal

Το indie παιχνίδι της Steel Mantis, συνδυάζει την γρήγορη heavy metal μουσική με τα απαιτούμενα αντανακλαστικά. Το Valfaris δεν είναι πρωτοπόρος του είδους αλλά σίγουρα αποτελεί μια πολύ δυνατή προσθήκη. Ανεβάστε την ένταση, εξοπλιστείτε με υπομονή και ετοιμαστείτε για πολύ δυνατές συγκινήσεις! Θα κλείσω αυτό το review όπως περίπου το ξεκίνησα· με μια μικρή αναδρομή, αυτή τη φορά εξαγνιστική, μέσα από τους στίχους του «Wasted years» των Iron Maiden (Somewhere in time,1986): «So understand, don’t waste your time always searching for those wasted years, face up…make your stand and realize you’re living in the golden years».

Ευχαριστούμε θερμά την Digerati για την διάθεση του παιχνιδιού.

0 σχόλιο
7

Ίσως σε ενδιαφέρει:

Αφήστε ένα σχόλιο

Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies Συμφωνώ Μάθετε περισσότερα εδώ

Privacy & Cookies Policy