Home ReviewsGame Reviews The 13th Doll: A Fan Game of The 7th Guest | The Review

The 13th Doll: A Fan Game of The 7th Guest | The Review

Γράφει ο Στέλιος Αναγνωστόπουλος
0 σχόλιο

Old man Stauf built a house and filled it with his toys. Six Guests were invited one night, their screams the only noise.
-Children’s Nursery Rhyme

A multimedia decade

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 το format του CD-ROM είχε ξεκινήσει να κάνει δειλά την εμφάνιση του και στην ελληνική αγορά. Μέχρι τότε κυριαρχούσαν οι δισκέτες και όσοι ζήσαμε εκείνη την περίοδο θυμόμαστε το εξαντλητικό installation με τα δεκάδες floppy discs που συνόδευε πολλές φορές τις binary ιεροτελεστίες παραμετροποίησης των autoexec και config, TSR programs όπως το univbe driver, memmaker για την κατανομή της μνήμης και γενικά dos commanding. Το CD-ROM έφερε μια πραγματική επανάσταση και στην gaming culture αφού η τεράστια για τα δεδομένα χωρητικότητα του μέσου έδωσε στις εταιρείες τη δυνατότητα και την στοιχειώδη ελευθερία να «εκφραστούν» αποδίδοντας καλύτερη ποιότητα στις νέες cutting edge παραγωγές.

Τα FMV παιχνίδια μεσουρανούσαν τη δεκαετία του ’90 κατά κύριο λόγο στους προσωπικούς υπολογιστές αλλά και στις κονσόλες πέμπτης γενιάς της εποχής με εξαιρετικές μεταφορές αλλά και αποκλειστικότητες. Το multimedia ήταν το σύνθημα ενός νέου θαυμαστού digitized κόσμου που εκτός από τα παιχνίδια έδινε και νέες προοπτικές σε interactive εγκυκλοπαίδειες, προγράμματα σχεδιασμού και λειτουργικά συστήματα. Παιχνίδια όπως τα Myst, Phantasmagoria, Gabriel Knight: The Beast within, Under a killing moon, Ripper αλλά και space combat/opera games όπως τα εξαιρετικά Wing Commander III & IV και Rebel Assault αποτελούσαν μεγαλεπήβολες παραγωγές με τεράστιους προϋπολογισμούς. Χαρακτηριστικό της πλειονότητας των FMV παιχνιδιών ήταν η b-movie αισθητική, η πληθώρα των CD και οι ερασιτέχνες ηθοποιοί.

Previously on the 7th Guest

Η φιλόδοξη αυτή προσπάθεια ξεκίνησε το μακρινό 2003! Η αλήθεια είναι ότι μετά από τόσα χρόνια δεν ήμουν ιδιαίτερα αισιόδοξος για την υλοποίησή του αν και επανερχόταν στα adventure games fora με updates για την πορεία του. Το 2015 ο Rob Landeros, co-founder της Trilobyte -εταιρεία παραγωγής των «The 7th Guest» και «The 11th Hour»-, επανήλθε στο προσκήνιο με μια Kickstarter καμπάνια για την χρηματοδότηση του The 7th Guest 3: The Collectorη οποία ολοκληρώθηκε ανεπιτυχώς αφού δεν συγκεντρώθηκε το απαιτούμενο χρηματικό πόσο. Την ίδια στιγμή, μια άγνωστη μέχρι τότε indie ομάδα, η «Attic Door Productions», η οποία αποτελείται από fans του original «The 7th Guest», ξεκίνησαν τη δική τους προσπάθεια στο Kickstater με χαμηλότερο ομολογουμένως budget-στόχο που στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία! Μετά από τρία χρόνια παραγωγής -αλλά και ένα έτος καθυστέρησης- το παιχνίδι κυκλοφόρησε φέτος στις 31 Οκτωβρίου, εν όψει Halloween.

Το «The 7th Guest» κυκλοφόρησε το 1993, την ίδια χρονιά με το «Myst» της Cyan-πλέον Cyan Worlds-των ταλαντούχων αδερφών Robyn και Rand Miller ταράσσοντας τα νερά όχι μόνο της νεοσύστατης gaming κοινότητας αλλά και ανθρώπων οι οποίοι θαμπωμένοι από τα πρωτόγνωρα για την εποχή SVGA γραφικά επένδυσαν στην αγορά ενός PC προκειμένου να παίξουν το συγκεκριμένο παιχνίδι. Το «The 7th Guest» κυκλοφόρησε αποκλειστικά σε CD πράγμα ιδιαίτερα τολμηρό για την εποχή και είναι ιστορικά καταγεγραμμένο ως ένα από τα παιχνίδια που προώθησαν το νέο format στην αγορά. Τα γραφικά αποτελούσαν το state of the art εκείνης της νέας εποχής και χρησιμοποιήθηκαν blue screen σκηνικά και ηθοποιοί σε αντίθεση με τα cartoonish γραφικά των «πρωτοκορυφαίων» εταιρειών ανάπτυξης LucasArts και Sierra On-Line. Στο μεταξύ είχαν προηγηθεί παιχνίδια όπως ταSherlock Holmes Consulting Detective (ICOM Simulations-1991),NightTrap (Digital Pictures-1992) και DraculaUnleashed (ICOM Simulations-1993) αλλά στην πραγματικότητα λόγω του «ανύπαρκτου» gameplay μόνο ως interactive movies θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν. Να σημειωθεί σε αυτό το σημείο ότι οι βίαιες σκηνές του NightTrap αλλά και το gore στοιχείο του σύγχρονού του MortalKombat έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στην καθιέρωση του ESRB (Entertainment Software Rating Board) συστήματος των video games.

Στο «The 7th Guest», αναλαμβάναμε τον ρόλο ενός ανώνυμου επισκέπτη μιας έπαυλης η οποία ανήκε στον επιβλητικό και ιδιόρρυθμο Henry Stauf (αναγραμματισμός του Faust από την ομώνυμη νουβέλα του Γκαίτε). Ο τελευταίος ήταν ερμοκύλημα της Μεγάλης Οικονομικής ύφεσης του 1930. Άστεγος και πένης κατέφυγε στο έγκλημα προκειμένου να επιβιώσει. Όλα άλλαξαν όταν μετά από ένα όραμα και την προτροπή μιας θεσπιέπειας ξύλινης κούκλας ξεκίνησε να κατασκευάζει παιχνίδια. Τα παιδιά που έρχονταν σε επαφή με αυτά τα χειροποίητα παιχνίδια αρρώσταιναν από μια άγνωστη ασθένεια με αποτέλεσμα ο παιχνιδοποιός Stauf να αποσυρθεί και να απομονωθεί στην έπαυλη που του εξασφάλισε η περιουσία που είχε εν τω μεταξύ δημιουργήσει. Μετά από πολλά χρόνια, έξι προσκεκλημένοι εμφανίζονται στην έπαυλη. Ο καθένας κατατρύχεται από τις προσωπικές του φιλοδοξίες τις οποίες ο Stauf υπόσχεται ότι θα εκπληρώσει σε όποιον λύσει τους γρίφους του. Απευθυνόμενος με προσωπικές επιστολές -προκειμένου να θέσει εν κινήσει τις επιβουλές του- τρέφει με αυταπάτες την ματαιοδοξία των προσκεκλημένων. Τελικά, αποκαλύπτεται ότι η θαυματοποιία του δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα προμελετημένο σχέδιο για να τον βοηθήσουν στην καταδίωξη ενός έβδομου «προσκεκλημένου»· ενός αγοριού ονόματι Tad ο οποίος μπήκε στην έπαυλη κατά τη διάρκεια ενός παιχνιδιού «truth or dare». Μεταξύ των καλεσμένων θα επικρατήσουν άλλοτε οι θεομανείς και άλλοτε οι σώφρονες αναφορικά με την τύχη του παιδιού το οποίο θα θυσιαζόταν από τον Stauf προς τιμήν απόκοσμων δυνάμεων. Ο Tad, εν τέλει, δραπετεύει από την έπαυλη με τη συνδρομή του ανώνυμου παίκτη κατατροπώνοντας τον Stauf.

Το «The 13th Doll» εξελίσσεται δέκα χρόνια μετά τα δραματικά γεγονότα του πρώτου μέρους αποτελώντας μια ευθεία συνέχεια της ιστορίας. Ο Tad μετά την απόδραση του βρίσκεται εγκλεισμένος σε ψυχιατρικό άσυλο, αντιπαλεύοντας καθημερινά τους προσωπικούς του δαίμονες αφού θεωρεί ότι είναι καθήκον του να επιστρέψει στην έπαυλη για να σώσει τις ψυχές όσων παραμένουν εγκλωβισμένοι και, τέλος, να αναμετρηθεί με τον Stauf μια για πάντα. Στο ίδρυμα εργάζεται και ο νεοφερμένος ψυχίατρος Dr. Richmond ο οποίος αντιλαμβανόμενος τις συνθήκες που επικρατούν εκεί έρχεται σε ρήξη με τον επικεφαλής της ψυχιατρικής κλινικής. Με τη βοήθεια της νοσοκόμας του Tad, στο πρόσωπο της οποίας βρίσκει έναν σύμμαχο, θα προσπαθήσει να τον προσεγγίσει και να θέσει σε εφαρμογή καινοτόμες και ελπιδοφόρες θεραπείες. Θεωρεί ότι ο Tad πρέπει να επιστρέψει στην έπαυλη του Stauf αντιμετωπίζοντας τις φοβίες για να ξεπεράσει τα τραύματά του. Καθ’ οδόν για την έπαυλη, ο Tad καταφέρνει να δραπετεύσει εγκαταλείποντας τον Dr. Richmond. Τελικά, ο γιατρός θα καταφέρει να φτάσει στον αρχικό του προορισμό και η αναζήτηση για τον Tad ξεκινά.

Toys are us!

Ο βαθμός δυσκολίας των puzzle κυμαίνεται από χαμηλό προς μέτριο επίπεδο αντανακλώντας, ωστόσο, το feeling και την αισθητική του προκατόχου του. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων δεν θα αντιμετωπίσετε κάποια ιδιαίτερη δυσκολία. Στις μεμονωμένες περιπτώσεις κάποιων δύστροπων -ουχί δύσκολων- γρίφων θα χρειαστεί να επιστρατεύσετε κάποιο σημειωματάριο. Το gameplay δεν έχει τίποτα να «ζηλέψει» από τα προηγούμενα παιχνίδια της Trilobyte καθώς οι δημιουργοί ακολούθησαν την retro αισθητική που αρμόζει στο συγκεκριμένο παιχνίδι. Ακόμα και τα interaction icons τοu user interface είναι πανομοιότυπα! Όσον αφορά τους ακουστικούς γρίφους, θα σας συμβούλευα να χρησιμοποιήσετε την επιλογή «hard of hearing» για να εμφανιστούν σε κείμενο κάποια επιμέρους στοιχεία του καθώς θα σας ταλαιπωρήσουν λίγο παραπάνω απ’ όσο είθισται. Κατά τη διάρκεια των puzzle θα σας «παρενοχλεί» μια γυναικεία παρουσία -όπως ακριβώς σας «τρόλαρε» ο καμωματάς Stauf στους προηγούμενους τίτλους- με cheesy ατάκες και λογοπαίγνια προσθέτοντας μια πινελιά νοσταλγίας. Σε πολλά σημεία θα αφουγκραστείτε τον Stauf να «επεμβαίνει» για να σας δημιουργήσει ανασφάλεια.

Ο χειρισμός γίνεται με τα WASD keys και η αλληλεπίδραση με αριστερό κλικ. Θα έχετε στη διάθεσή σας το inventory στο οποίο αποθηκεύονται αντικείμενα που χρησιμοποιούνται αυτόματα στην κατάλληλη περίσταση όπως και τη δυνατότητα για hints στους γρίφους όπως και στα προηγούμενα παιχνίδια. Κάθε φορά που λύνετε έναν γρίφο αποκτάτε πρόσβαση σε ένα επιπλέον δωμάτιο της έπαυλης όπου θα συνεχίσετε την εξερεύνηση και ταυτόχρονα την εξιστόρηση συλλέγοντας κομμάτια της συμβάλλοντας στην αφηγηματική δομή του παιχνιδιού Η εξέλιξη είναι γραμμική, δεν υπάρχει ελευθερία κινήσεων πέραν αυτών που επιβάλει η πορεία σου στην έπαυλη. Το παιχνίδι έχει σχετικά μικρή διάρκεια καταλήγοντας με πέντε διαφορετικά -και αρκετά έξυπνα ομολογώ- φινάλε. Στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι μπορείτε να επιλέξετε μεταξύ του Dr. Richmond και του Tad ως κύριων χαρακτήρων με διαφορετικό gameplay, cutscenes και achievements. Όταν θα έχετε ξεκλειδώσει ένα δωμάτιο τότε μέσω του map θα μπορείτε να κάνετε fast travel. Τέλος, θα εντοπίσετε χρυσά νομίσματα και VIP names -αρχικών συντελεστών της σειράς- τα οποία αποτελούν ταυτόχρονα easter eggs και achievements. Το save γίνεται αυτόματα αλλά έχετε και τη manually δυνατότητα.

See no evil, hear no evil, speak no evil

Τα γραφικά του παιχνιδιού είναι άμεσα επηρεασμένα από την τεχνοτροπία που συναντήσαμε στο «The 7th Guest», αποτυπώνοντας την grotesque αισθητική του με μεγάλη επιτυχία. Είναι έκδηλη η διάθεση των δημιουργών για νοσταλγικό εμποτισμό με ένα συνονθύλευμα retro χαρακτηριστικών και τη συνδρομή μιας αναβαθμισμένης εκδοχής της έπαυλης. Το κύριο μέρος του παιχνιδιού αποτελείται από γρίφους και η εξιστόρηση επιτυγχάνεται μέσω των pre-rendered FMV. Οι ερασιτέχνες ηθοποιοί προφανώς δεν διακρίνονται για το υποκριτικό τους τάλαντο αλλά φαίνονται να το απολαμβάνουν· ο υπερβάλλον ζήλος που καταβάλουν μπορεί να μην είναι αρκετός για απονομή της Χρυσής Άρκτου αλλά προσδιορίζει το γνώριμο b-movie concept της σειράς. Στον μουσικό τομέα τα κηδόσυνα ακουστικά θέματα επιδιώκουν να σας προκαλέσουν αναταραχή με το ανησυχητικά cool tempo αλλά και τις κίβδηλες πολλές φορές διακυμάνσεις της έντασης. Οι χώροι και τα δωμάτια είναι διακοσμημένα από συνοφρυωμένες προτομές, πορτραίτα βίων και μαρτυρολογίων, κολασμένες μεσαιωνικές -αλλά διαχρονικά εφιαλτικές- αναπαραστάσεις από πίνακες του Ιερωνύμου Μπος (1450-1516) και καλλιτεχνών της ρομαντικής περιόδου. Σε αρκετά σημεία, κυρίως στα video sequences, οι φωνές των ηθοποιών καλύπτονται από τη μουσική με αποτέλεσμα τη δυσχερή παρακολούθηση των διαλόγων αν και υποστηρίζεται ο υποτιτλισμός.

Κατά τη διάρκεια της εξερεύνησης θα συναντήσετε και άλλους χαρακτήρες μέσω random sequences που περισσότερο έχουν να προσφέρουν στο spooky concept παρά στο main story. Μπορώ να σας εγγυηθώ ότι το επιτυγχάνει σε αρκετά μεγάλο βαθμό. Την παράσταση, φυσικά, «κλέβει», η επιβλητική και cult φυσιογνωμία του δαϊόφρωνος Henry Stauf ο οποίος, αν και μετράει αρκετά χρόνια, θα σας διασκεδάσει με τα ιδιώματα που χαρακτηρίζουν το ρόλο του. Η αλήθεια είναι ότι το παιχνίδι μου κίνησε περισσότερο την περιέργεια λόγω της επανεμφάνισης του Stauf. Είναι μια από εκείνες τις φανταστικές μορφές που με στοίχειωσαν εκείνη την εποχή, όπως αργότερα ο Peter J. Lucas στο GabrielKnight 2: thebeastwithin (Sierra On-Line-1995) υποδυόμενος τον Baron Friedrich von Glower (Black werewolf) ή ο Robert Miano στο Phantasmagoria (Sierra On-Line-1995) ως Zoltan “Carno” Carnovasch. Κατά έναν παράδοξο τρόπο όλα τα mediocre τεχνικά στοιχεία του παιχνιδιού καταφέρνουν να αναδημιουργήσουν εκείνο το ασθματικά κακόθυμο περιβάλλον. Στο εσωτερικό της έπαυλης του Stauf έγινε πραγματικά καταπληκτική δουλειά αποδίδοντας επακριβώς τους γνώριμους χώρους του με πολλά easter eggs και νέες προσθήκες. Δυστυχώς, το παιχνίδι υποφέρει από αρκετά bugs και σε κάποιες περιπτώσεις θα αναγκαστείτε να καταφύγετε σε reload καθώς δημιουργούνται λειτουργικά προβλήματα.

Groovy!

Πάντα εκπλήσσομαι ευχάριστα όταν ανακαλύπτω fan made sequels κλασικών παιχνιδιών. Οι δημιουργοί έχουν κάνει εξαιρετική δουλειά και δεν έχω κανέναν απολύτως λόγο να εξαντλήσω την επιείκειά μου γιατί πολύ απλά το παιχνίδι είναι πολύ καλό και μπορεί να σταθεί αυτόνομα. Η επιστροφή στο εφηβικό μου δωμάτιο ήταν αναπόφευκτη με ό, τι αυτό συνεπάγεται συναισθηματικά. Ταπεινή μου γνώμη είναι ότι τέτοια παιχνίδια είναι υπεράνω της συμβατικής και καθιερωμένης βαθμολογίας. Ναι, είναι εμπορικό προϊόν αλλά θεωρώ ότι υπόκειται ταυτόχρονα σε άλλη κατηγορία. Όπως και να ‘χει, το μεράκι της «Attic Door Productions» επικρατεί των όποιων δυσχερειών.

Ελάχιστες απαιτήσεις συστήματος:

  • ΛΣ: WIndows 8
  • Γραφικά: Graphics cards still under manufacturer support
  • Αποθήκευση: 20 GB διαθέσιμος χώρος

Ευχαριστούμε θερμά την Attic Door Productions για τη διάθεση του παιχνιδιού.

0 σχόλιο
4

Ίσως σε ενδιαφέρει:

Αφήστε ένα σχόλιο

Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies Συμφωνώ Μάθετε περισσότερα εδώ

Privacy & Cookies Policy