fbpx
Home ReviewsGame Reviews Resident Evil: Village | The Review

Resident Evil: Village | The Review

Γράφει ο/η Παναγιώτης Δημητρακόπουλος

H σειρά Resident Evil, γνωστή και ως Biohazard στην Ιαπωνία, θεωρείται μια από τις καλύτερες και πιο γνωστές σειρές παιχνιδιών τρόμου και επιβίωσης. Το πρώτο παιχνίδι το οποίο δημιουργήθηκε το 1996 για το Playstation όρισε το είδος τρόμου και επιβίωσης και επανέφερε τα ζόμπι στις δημοφιλής κουλτούρες της ψυχαγωγίας και διασκέδασης. Από τότε μέχρι σήμερα, οκτώ παιχνίδια να αποτελούν το βασικό line-up και πολλά spin-off να συμπληρώνουν χαμένα κομμάτια και λεπτομέρειες της ιστορίας.

Προσωπικά, δεν ήμουν ποτέ ο “μεγαλύτερος” fan της σειράς αλλά ποτέ δεν θα έλεγα όχι. Και ναι, είμαι από εκείνους: δεν έχω παίξει το Resident Evil 4 παρά μόνο το πρώτο, το έβδομο και το remake του δεύτερου. Οπότε δεν με λέει κανείς και ειδικό περί του θέματος – χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν έκανα την έρευνά μου για να είμαστε εδώ σήμερα.

Το Resident Evil 8 λαμβάνει μέρος λίγο καιρό μετά τα γεγονότα του προκατόχου του, με πρωταγωνιστή για άλλη μια φορά τον Ethan Winters, ο οποίος κατάφερε να σώσει την γυναίκα του Mia και να εγκατασταθεί σε ένα μικρό χωριό με την οικογένειά του. Αυτά είναι στοιχεία που βλέπουμε και στην αρχή του παιχνιδιού ως ένα μικρό recap.

Μια βόλτα στο χωριό

Ξεκινάμε με μια πολύ σκοτεινή αλλά συνάμα όμορφη ιστορία που μεταδίδεται από το στόμα της Mia. Η ιστορία αυτή έχει να κάνει με μια μικρή κοπέλα η οποία ξεκινάει ένα ταξίδι μέσα στο δάσος και συναντά διάφορα πλάσματα που την βοηθούν να φτάσει στον προορισμό της. Με μια πρώτη ματιά, πρόκειται για ένα απλό παραμύθι, αλλά για όσους ξέρουν από τέτοιου είδους παιχνίδια, μια τέτοια αρχή μας προετοιμάζει και για μια αντίστοιχη λεπτομέρεια.

Φτάνοντας προς το τέλος του παραμυθιού, βλέπουμε την Mia να κρατάει την κόρη τους, Rose, η οποία έχει αποκοιμηθεί γαλήνια στην αγκαλιά της και είναι έτοιμη για κρεβάτι. Αυτή η ειρηνική εικόνα είναι μια ευχάριστη αποτύπωση του “τι έγινε μετά” τα γεγονότα της Louisiana, εκεί όπου ο Ethan σαν ένας χαμένος σύζυγος έζησε τα πάνδεινα στα χέρια της μολυσμένης οικογένειας Baker – ένα γεγονός που διαμόρφωσε δραστικά τον μελλοντικό του χαρακτήρα.

Το παραμύθι του Village of Shadows μας προετοιμάζει κατάλληλα για τα εμπόδια που θα συναντήσουμε στην αναζήτηση της Rose. Κάθε ένα από τα τέρατα εκεί αποτυπώνονται σε ένα αντίστοιχο στο χωριό στο οποίο θα βρεθούμε, με επίκεντρο την Mother Miranda, μια αινιγματική φιγούρα η οποία χρειάζεται την κόρη του Ethan για την ολοκλήρωση μιας σημαντικής τελετουργίας.

Για να πούμε την αλήθεια, αυτή την ιστορία – δηλαδή την απαγωγή ενός βρέφους για την ολοκλήρωση μιας σκοτεινής τελετουργίας – την έχουμε ξαναδεί σε παρόμοιους τίτλους όπως το Outlast 2.

Ο Ethan επιστρέφει

Στις πρώτες του ώρες, το Resident Evil 8 Village μοιάζει ως ένα τελείως διαφορετικό παιχνίδι, αλλά δεν είναι καθόλου αποκομμένο από το προηγούμενο. Ο Ethan, παρά την στρατιωτική εκπαίδευση που έλαβε και την ταλαιπωρία που τράβηξε πριν χρόνια στο σπίτι των Bakers, παραμένει ένας απλός πολίτης που φαντάζει χαμένος κατά την διάρκεια της περιπέτειας. Προς το τέλος όμως αποδεικνύεται πως μπορεί να κρατηθεί στο ύψος των περιστάσεων, την στιγμή που μαθαίνει ολοένα και περισσότερες σημαντικές πληροφορίες για τις καταστάσεις στις οποίες είναι το μάτι του κυκλώνα.

Ο Ethan είναι σχετικά ετοιμοπόλεμος μιας και με το πρώτο πιστόλι που βρίσκει δεν διστάζει να τραβήξει την σκανδάλη για να σώσει τον εαυτό του. H στρατιωτική εκπαίδευση που έλαβε φαίνεται να έχει αποδώσει και με το παραπάνω μιας και μπορεί να πηδήξει εμπόδια και παράθυρα χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, να φτιάξει πυρομαχικά και χρήσιμα αντικείμενα, και να χρησιμοποιήσει το μυαλό του για να φτιάξει νέα ή καλύτερα όπλα.

Αμέσως καταλαβαίνουμε πως ο νέος τίτλος απομακρύνθηκε από την ανατριχιαστική ατμόσφαιρα του πρώτου με την ουσία να εστιάζεται στην δράση και το gunplay. Μόνο μια στιγμή ένιωσα την καρδιά μου να ανεβάζει παλμούς και αυτό ήταν όταν το ρεύμα έπεσε και ένα συγκεκριμένο τέρας άρχισε να με κυνηγάει μέσα στο κτίριο που βρισκόμουν – και όχι, δεν υπήρχαν όπλα για να το αντιμετωπίσω.

Το Village έχει επιρροές από τους προηγούμενους τίτλους της σειράς, και συγκεκριμένα από τα Resident Evil και Resident Evil 4. Το χωριό είναι μια χαρακτηριστική επιρροή εξ αυτών με την επόμενη να είναι το σύστημα μάχης και την επιστροφή του merchant μέσα από το πρόσωπο του Duke.

Ο Merchant παραμένει μια απαραίτητη υπηρεσία μιας και σκοτώνοντας τέρατα υπάρχει η περίπτωση να λάβουμε χρήματα, εξαρτήματα ή πυρομαχικά. Τα χρήματα τα χρησιμοποιούμε για να αγοράσουμε όπλα, επεκτάσεις και αναβαθμίσεις, και αν θέλουμε περισσότερα μπορούμε να ανταλλάξουμε θησαυρούς που βρίσκουμε κατά την διάρκεια της περιπλάνησής μας.

Μερικές φορές ο θησαυρός αποτελείται από κομμάτια που μπορούν να συνδυαστούν για να αυξηθεί η αξία του κατά ένα μεγάλο ποσοστό, οπότε αξίζει να περιμένουμε μέχρι να βρούμε το άλλο μέρος του, να το συνδυάσουμε και να τον πουλήσουμε ως ένα μεμονωμένο αντικείμενο.

Στα δάση και τα σοκάκια του βουνού θα βρούμε επίσης ζώα και ψάρια τα οποία μπορούμε να εκμεταλλευτούμε για το κρέας τους και να το ανταλλάξουμε για γεύματα που μας δίνουν μόνιμες αναβαθμίσεις στην υγεία, την δύναμη και την αντοχή μας.

Φυσικά, από όλα αυτά δεν θα έλειπαν και τα έγγραφα ή τα διάσπαρτα στοιχεία που συνδέουν τα γεγονότα και τους κατοίκους του Village με την Mother Miranda, και την Miranda με όλη την υπόλοιπη ιστορία και την χρησιμότητα των Winterses και συγκεκριμένα της Rose.

Ενάντια στις ορδές του μεσαίωνα

Τo Village αλλάζει ελάχιστα την φόρμουλα του Resident Evil ανταλλάσσοντας τον τρόμο με την δράση. Αντί για το Mold, ο Ethan θα αντιμετωπίσει μια πληθώρα από διαφορετικά τέρατα που άνετα προέρχονται από παραδοσιακά μυθολογικά στοιχεία που έγιναν κυρίως γνωστά από τον μεσαίωνα όπως βρυκόλακες, λυκανθρώπους, κούκλες και ζόμπι.

Κάθε ένας από τους “αδερφούς” και “αδερφές” της Mother Miranda παράγει και ελέγχει και από έναν διαφορετικό τύπο τεράτων που θα πρέπει να μάθουμε να αντιμετωπίζουμε αν θέλουμε να επιβιώσουμε. Αυτά μόνα τους δεν αποτελούν μεγάλη απειλή μιας και δεν έχουν την απαραίτητη εξυπνάδα, αλλά όταν έρχονται σε ομάδες τότε ίσως να χρειαστεί στρατηγική προσέγγιση στην κάθε μάχη.

Για παράδειγμα, στις πρώτες ώρες θα έρθουμε αντιμέτωποι με μια μεγάλη ομάδα από Λύκους, και θα έχουμε στην κατοχή μας ένα μαχαίρι και ένα πιστόλι. Αν θέλουμε να βγούμε νικητές εδώ θα πρέπει να βρούμε ένα καλό σημείο για να χρησιμοποιήσουμε ως εμπόδιο και να θερίζουμε σιγά σιγά αυτούς που έρχονται κατά πάνω μας.

Ψάχνοντας κάθε σπιθαμή του ατμοσφαιρικού χωριού, αξιοποιώντας κάθε πόρο και οπλισμό που θα βρούμε και διατηρώντας τις καλές σχέσεις με τον Duke θα νιώσουμε πάντα προετοιμασμένοι για τις προκλήσεις που μας περιμένουν. Ελάχιστες ήταν οι φορές που βρέθηκα με λίγα πυρομαχικά, και πάντα είχα πόρους για να φτιάξω λίγες παραπάνω σφαίρες.

Το σύστημα μάχης που μάθαμε από το Resident Evil 7, επιστρέφει ανανεωμένο με αρκετές λεπτομέρειες που το κάνουν να “ξεφύγει” από τον τρόμο και να κατευθύνεται προς το είδος δράσης.

Η προοπτική πρώτου προσώπου είναι ραμμένη για τέτοιου είδους παιχνίδια, δηλαδή παιχνίδια που βασίζονται στο “πυροβολώ πρώτα, ρωτάω μετά”, αλλά η στόχευση παραμένει ένα στοιχείο που χρήζει συνήθειας. Έτσι, παίζοντας λίγο με τις ρυθμίσεις και κυρίως με το aiming acceleration και το sensitivity της κάμερας κατάφερα να βρω την “χρυσή” τομή που με βοήθησε να βελτιώσω την ακρίβεια μου.

Επιστρέφοντας στην ποικιλία των εχθρών μας, πολλοί από αυτούς μπορούν να χρησιμοποιήσουν όπλα που προκαλούν ακόμα μεγαλύτερη ζημιά από το συνηθισμένο. Στην πλειοψηφία τους έχουμε απλά τέρατα που με μερικές σφαίρες πέφτουν, ενώ άλλα έχω συγκεκριμένα weakpoints που μπορούμε να εκμεταλλευτούμε.

Η εκπαίδευση του Ethan σημαίνει ότι όχι μόνο μπορούμε αποκρούσουμε εισερχόμενες επιθέσεις, αλλά κρατώντας συνεχώς το μπλοκ όταν ένας εχθρός χτυπήσει θα σταματήσει την πρόοδό τους για λίγο, δίνοντάς μας το άνοιγμα για να τους σπρώξουμε παραπέρα και να ξεφύγουμε από δύσκολες καταστάσεις.

Τα Boss Fights, το highlight πολλών Resident Evil μπορώ να πω πως με άφησαν να ζητάω κάτι παραπάνω. Στην πλειοψηφία τους ήταν αρκετά εύκολα, ενώ πολλά από αυτά ξεκίνησαν και αρκετά σύντομα με το που μπήκα σε μια περιοχή. Η διαδικασία ήταν αρκετά απλή: νάρκες ή εκρηκτικά, έκθεση του αδύναμου σημείου και μετά άδειασμα μολυβιού σε αυτά.

Ίσως πιο χρονοβόρα (παρά δύσκολη) ήταν η μάχη της Lady Dimitrescu όπου δεν είχαμε στην κατοχή μας και πολλά όπλα με αποτέλεσμα να πρέπει να ξεφεύγουμε από τις επιθέσεις της και με την πρώτη ευκαιρία να ανταποδίδουμε.

Τα μπρος…πίσω

Θα επιστρέψουμε αρκετές φορές πίσω στο χωριό, με κάθε φορά τα πράγματα να είναι λίγο διαφορετικά. Όσο επιστρέφουμε καλό θα ήταν να επισκεφθούμε ξανά περιοχές που δεν έχουμε εξερευνήσει πλήρως όπως σπίτια με κλειδωμένα συρτάρια, πηγάδια ή γειτονιές οι οποίες μπορεί να περιέχουν νέους εχθρούς, ζώα, θησαυρούς, όπλα και μονοπάτια.

Σε αντίθεση με το μεγαλύτερο μέρος του χωριού, υπάρχουν συγκεκριμένες περιοχές στις οποίες δεν θα μπορούμε να επιστρέψουμε για διάφορους λόγους. Τέτοιες είναι για παράδειγμα το σπίτι της Luiza, το κάστρο της Dimitrescu ή η φωλιά του Monreau, ενώ άλλες ανοίγουν ένα μεγαλύτερο κομμάτι του χάρτη, εκεί όπου θα βρούμε νέους θησαυρούς και αντικείμενα για να μαζέψουμε.

Όταν τελειώσουμε την ιστορία του Resident Evil Village, θα παρατηρήσουμε πως κλασικά στοιχεία της σειράς έχουν επιστρέψει. Πρώτο και καλύτερο είναι οι πόντοι που λαμβάνουμε αν έχουμε ολοκληρώσει διάφορα achievements κατά την διάρκεια του playthrough, τους οποίους χρησιμοποιούμε για να ξεκλειδώσουμε ‘cheats’, artworks και άλλα καλούδια όπως το (φθηνό και) αγαπημένο Mercenaries Mode.

Εθιστική ατμόσφαιρα

Το Resident Evil 8 Village είναι πανέμορφο. Δεν ξέρω αν μπορώ να πω κάτι άλλο για να αναδείξω την εθιστική του ατμόσφαιρα και τα όμορφα γραφικά του. Η RE Engine κάνει για άλλη μια φορά την διαφορά, και βελτιώνει τα γραφικά από το Resident Evil 7 με αισθητές λεπτομέρειες, περισσότερα χρώματα και ιδιαίτερο φωτισμό.

Κάθε περιοχή στην οποία θα βρεθούμε περιέχει χαρακτηριστικά που την κάνει να ξεχωρίζει, από τα χρώματα, τα κτήρια μέχρι και την εσωτερική διακόσμηση. Οι επιφάνειες, τα αντικείμενα, μέχρι και οι εχθροί μας είναι πιο σμιλεμένα και καλοδουλεμένα με αποτέλεσμα να παραμένουν ευχάριστα στο μάτι.

Ο φωτισμόςείναι εξίσου ένας σημαντικός παράγοντας που συνδράμει στην διαμόρφωση της ατμόσφαιρας. Το χιόνι, η συννεφιά και η μουντίλα που επικρατεί μας δίνει και με το παραπάνω την αίσθηση ενός κατακερματισμένου χωριού γεμάτο με θάνατο και ασθένεια. Αντίθετα, τα κάστρα και οι επαύλεις που θα βρεθούμε μας θυμίζουν κάτι από τα αντίστοιχα του Resident Evil 4 και των προκατόχων του δίνοντάς μας έτσι μια νοσταλγική νότα σε έναν καινούργιο τόπο.

Αυτό που μου άρεσε αρκετά ιδιαίτερα ήταν και το “νέο” character design. Πρώτοι και καλύτεροι σε αυτή την κατηγορία ήταν οι Mia και ο Chris που για κάποιο λόγο μου φάνηκαν…ομορφότεροι. Ιδιαίτεροι χαρακτήρες είναι φυσικά και οι φιγούρες του χωριού, δηλαδή η Mother Miranda, ο Heisenberg, o Duke χωρίς βέβαια να ξεχνάμε την Dimitrescu με τις κόρες της.

Ήρθε η ώρα όμως για να μιλήσουμε για την απόδοση του τίτλου που ομολογουμένως είναι αρκετά ενδιαφέρουσα. Η νέα προσθήκη της σειράς δίνει στους υπολογιστές ρυθμίσεις για Screen resolution, V-sync, Rendering modes, Image quality, FidelityFX CAS, Anti-aliasing, Variable rate shading,Texture quality, Texture filter quality, Mesh quality, Ray tracing, GI and reflection, Light reflection, Ambient occlusion, Screen space reflections, Volumetric lighting quality, Subsurface scattering, Shadow quality, Contact shadows, Shadow cache, καθώς και display mode, display area, brightness, colour space, bloom, lens flare, film noise, depth of field, lens distortion, και HDR mode.

Το σύστημα στο οποίο δοκιμάστηκε ο τίτλος αποτελείται από μια Nvidia GeForce GTX 1660 Super (6GB VRam), έναν AMD Ryzen 7 3800x, 32GB DDR4 Ram και Windows 10 64bit.

Έχοντας τις περισσότερες ρυθμίσεις στο μέγιστο, και κρατώντας μόνο εκείνες που επηρέασαν πάρα πολύ το σύστημά μου (ευτυχώς το Village μας δείχνει το αντίκτυπο που έχουν οι συνολικές ρυθμίσεις θέτοντας το όριο της Vram που μπορούμε να αξιοποιήσουμε) δεν αντιμετώπισα πρόβληματα όσο έπαιζα. Με την ανάλυση να βρίσκεται στα 1080p κατάφερα και διατήρησα 72fps καθόλη την διάρκεια του gameplay με κάποιες αισθητές πτώσεις προς το τέλος της ιστορίας, εκεί που ο φωτισμός άρχιζε να ανεβαίνει.

Τελειώνοντας, το Resident Evil 8 Village δεν θα μας πάρει πάνω από 11 ώρες για να το ολοκληρώσουμε (με πολύ χαλαρό playthrough). Ανάλογα με την ευκολία που έχουμε επιλέξει και την εμπειρία μας πάνω στην σειρά δεν θα δυσκολευτούμε ιδιαίτερα να φτάσουμε στον επίλογο. Ίσως χρειαστούμε παραπάνω χρόνο για το κυνήγι των θησαυρών και να μαζέψουμε οτιδήποτε θεωρήσουμε πως θα βοηθήσει στην τελική βαθμολογία, αλλά γενικά πρόκειται για μια εμπειρία που δεν “τραβάει”. Και βέβαια, η ύπαρξη του Mercenaries Mode θα μας σπρώξει να παίξουμε ξανά και ξανά για να ξεκλειδώσουμε τα πάντα και να βελτιώσουμε τις βαθμολογίες μας.

Ευχαριστούμε θερμά την CD Media για τη διάθεση του παιχνιδιού.

You may also like