fbpx
Home ReviewsGame Reviews Project Zero:Maiden of Black Water | The Review

Project Zero:Maiden of Black Water | The Review

Γράφει ο/η Στέλιος Αναγνωστόπουλος

I wonder how long it’s been… since my brother and I began to see things other people can not see.

-Miku Hisanaki

Φάντασμα, στοιχειό, δαιμονικό, όπως και να το αναφέρεις θα το συναντήσεις σε όλους τους πολιτισμούς με ποικίλα χαρακτηριστικά που εξαρτώνται αποκλειστικά από πολιτισμικά στοιχεία. Μιας και το παιχνίδι της παρουσίασης προέρχεται από την Ιαπωνία, απευθυνόμενο και σε δυτικό κοινό, ας περιοριστούμε σύντομα σε αυτές τις δύο κουλτούρες. Τι κοινό έχει το yurei (ιαπωνική εκδοχή του στοιχειού) με το κλασικό δυτικό πρότυπο του ιπτάμενου λευκού φαντάσματος; To yurei, λοιπόν, και παρά τις όποιες παραλλαγές του στα βάθη της ιστορίας, είναι ο ενταφιασμένος με την νεκρική του αμφίεση να περιφέρεται αενάως χωρίς να διαθέτει κάτω άκρα, ίπταται δηλαδή, στοιχειώνοντας συνήθως μέρη και ανθρώπους είτε εκδικητικά είτε κατά βούληση (ναι, τα διαχωρίζω αλλά δεν είναι εδώ ο κατάλληλος χώρος εδώ για paranormal οντολογία και θρησκειολογία..soon though). Αυτό είναι κάτι που ίσως οι περισσότεροι από εσάς να μην γνωρίζατε. Ας παρακολουθήσουμε τώρα την ιστορία του δυτικού φαντάσματος. Βλέπετε, στις δυτικές ευρωπαϊκές χώρες μεταξύ 1450 και 1750 μ.Χ., και ανάλογα με την ταξική προέλευση, οι νεκροί θάβονταν τυλιγμένοι με λευκό νεκρικό σάβανο. Οι μεν πλούσιοι τους τοποθετούσαν επιπλέον σε φέρετρα, οι φτωχότερες όμως μάζες λόγω της ένδειας τους έθαβαν μόνο με το λευκό σάβανο απευθείας στο χώμα. Σε πολλές περιπτώσεις ληστειών, και προκειμένου να τρομάξουν τα υποψήφια θύματα, οι επίδοξοι ληστές ενδύονταν με λευκά σεντόνια υποδυόμενοι τα φαντάσματα ώστε να αποσπάσουν πιο εύκολα τη λεία τους. Από εκεί και ύστερα τα υπόλοιπα είναι Ιστορία και μπορείτε πολύ εύκολα να εντοπίσετε την πρώτη «σοβαρή» καταγεγραμμένη περίπτωση εμφάνισης φαντάσματος στην περίπτωση του Hammersmith στις αρχές του 19ου αιώνα από την οποία επηρεάστηκε και η pop culture.

Το Project Zero: Maiden of Black Water δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια μεταφορά του ομώνυμου παιχνιδιού της σειράς που κυκλοφόρησε πρώτα στην Ιαπωνία τον Οκτώβριο του 2014 και στη συνέχεια εμφανίστηκε και στη Δύση τον Οκτώβριο του 2015 αποκλειστικά στο Wii U. Δυστυχώς, δεν ήμουν ποτέ κάτοχος της συγκεκριμένης κονσόλας οπότε σαν ένθερμος θιασώτης της σειράς απογοητεύτηκα αλλά το ξεπέρασα (δραματικός τόνος alert). Το παιχνίδι κυκλοφόρησε σε μια περίοδο όπου το Wii U έπνεε ήδη τα λοίσθια με αποτέλεσμα να μη δοθεί η δέουσα προσοχή από το κοινό. Άξιζε, τελικά, η προσδοκία και η αναμονή για αυτή τη μεταφορά στο Nintendo Switch; 

Σε αυτό το κεφάλαιο της σειράς, έχουμε στη διάθεσή μας τρεις διαφορετικούς πρωταγωνιστές·  την Yuri Kozukata, βοηθό και μαθητευόμενη της Hisoka Kurosawa, αντικέρ και μελετητή του παραφυσικού,  τον Ren Hojo, ερευνητή των μεταθανάτιων πρακτικών φωτογράφισης (κάτι συνηθισμένο κατά τον 19ο αιώνα) και την βοηθό του Rui Kagamiya, και, τέλος, την Miu Hinasaki, κόρη της Miku Hisanaki (Project Zero, Project Zero 3: The Tormented) η οποία με τη σειρά της θα ξεκινήσει την προσωπική της σταυροφορία (ναι, προσπαθώ διακριτικά να αποφύγω spoilers). Κοινό στοιχείο και των τριών πρωταγωνιστών, δε θα μπορούσε να είναι άλλο από τη διάσημη Camera Obscura. Για όσους δεν είναι γνώριμοι με το lore της σειράς, η κάμερα έχει τη δυνατότητα εξορκισμού φαντασμάτων. Και οι τρεις ιστορίες διασταυρώνονται και λαμβάνουν μέρος στο ιερό αλλά και καταραμένο συνάμα βουνό Hikami, το οποίο, και σύμφωνα με το θρύλο, αποτελεί άλλοτε το παρασκήνιο και άλλοτε το προσκήνιο βέβηλων τελετών, ανθρωποθυσιών αλλά και επίκλησης ανόσιων πνευματικών δυνάμεων.

Ξεκινώντας από το χειρισμό, τα πράγματα είναι λίγο πολύ γνωστά για τους εξοικειωμένους με τη σειρά. Για όσους όμως έρχονται επαφή για πρώτη φορά με τη σειρά, θα πρέπει να γνωρίζουν ότι πρόκειται για ένα κλασικό horror παιχνίδι τρίτου προσώπου όπου κινείστε και εξερευνείτε για αντικείμενα και διαδρομές μέχρι να έρθετε σε αντιπαράθεση με κάποιο φάντασμα. Σε αυτή την περίπτωση, η προοπτική αλλάζει σε πρώτο πρόσωπο και με τη συνδρομή της Camera Obscura τα εξορκίζετε μετά από μάχη. Στο σημείο αυτό οφείλω να αναφέρω ότι η Camera Obscura αναβαθμίζεται με κάθε τρόπο είτε με προσθήκες βελτίωσης του φακού και κατ’ επέκταση των λήψεων με δραματικά αποτελέσματα στην ταχύτητα, στη δυναμική και σε άλλα σημεία, αλλά και με τα διαφορετικά films με τα οποία την εξοπλίζετε, με το κάθε είδος από αυτά να διαθέτει τα δικά του χαρακτηριστικά για τον εξορκισμό συγκεκριμένων στοιχειών. Η αλήθεια είναι ότι ο μη έχων προηγούμενη εμπειρία με το παιχνίδι ίσως αρχικά απογοητευτεί με τον χειρισμό ειδικά όσον αφορά την Camera Obscura και επιφυλάσσομαι να προτείνω το γυροσκόπιο είτε των joy cons του Switch είτε του Pro Controller καθώς δημιουργούνται προβλήματα τα οποία προσωπικά μου στέρησαν σημαντικά από την εμπειρία. Στα της μάχης με τον κόσμο των νεκρών, σκοπός σας είναι με την παρουσία των φαντασμάτων να δεσμεύσετε στην κάμερα όσους περισσότερους κύκλους εμφανίζονται γύρω από το αιθέριο σώμα τους, αποσκοπώντας σε πιο δυνατές επιθέσεις και τελικά να το φωτογραφήσετε και να το εξορκίσετε. Η αλήθεια είναι ότι οι μάχες είναι ιδιαίτερα προκλητικές ειδικά όσες περιλαμβάνουν πολλαπλούς αντιπάλους οπότε θα πρέπει να ενεργοποιηθούν τα αντανακλαστικά σας και η κριτική σας ικανότητα προκειμένου να αφανίσετε τα πιο απειλητικά από αυτά κατά σειρά «προτεραιότητας» ανάλογα την απόσταση και τις προηγούμενες απόπειρες εξορκισμού. Πολλές φορές, και ενώ βρίσκεστε σε προοπτική πρώτου προσώπου, προσπαθώντας να αποφύγετε επιθέσεις θα απογοητευτείτε με τον χειρισμό καθώς πρόκειται για σχετικά δύστροπο σημείο και μόνο αν αλλάξετε σε τρίτο πρόσωπο ίσως τα καταφέρετε μέχρι να απομακρυνθείτε ώστε να βρεθείτε σε ασφαλή απόσταση και να το φωτογραφήσετε. Επίσης, αν καταφέρετε να απαθανατίσετε (ειρωνεία;) το φάντασμα τη στιγμή της επίθεσης, τότε ενεργοποιείται το περίφημο Fatal Frame mode κατά τη βραχεία διάρκειά του οποίου βγάζετε ταχύτατα φωτογραφίες με ό,τι συνεπάγεται για το φάντασμα.

Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του παιχνιδιού ακολουθούν πιστά την στοιχειωμένη παράδοση της σειράς· είτε πρόκειται για κλειστούς χώρους και εγκαταλελειμμένα κτίρια είτε για ανοιχτούς στα δάση του βουνού, η σκοτεινή ατμόσφαιρα με τη συνδρομή, φυσικά, των μουσικών θεμάτων και και ειδικών εφέ -ειδικά των φαντασμάτων- προοιωνίζει από νωρίς το τι μέλλει γενέσθαι δημιουργώντας στον παίκτη μια μόνιμη ανασφάλεια που τον εξαναγκάζει σε επιφυλακή. Θα παρατηρήσετε τον εαυτό σας τις περισσότερες φορές σφιγμένο πριν ακόμα εμφανιστεί η οντότητα που καιροφυλακτεί και αυτό, κατ’ εμέ, αποτελεί την τεράστια επιτυχία της σειράς. Οι διάλογοι είναι σχετικά λιτοί, σύντομοι αλλά προσφέρουν όλα εκείνα τα στοιχεία που χρειάζεται να αντιληφθείτε για το lore. Άλλωστε, για το τελευταίο, θα έχετε στη διάθεσή σας πολλές πληροφορίες είτε μέσα από αποκόμματα εφημερίδων, ημερολογίων και άλλων πηγών μέσα από τα οποία θα λάβετε από πολύ νωρίς το rite of passage για τη σειρά, αν ξεκινήσατε τώρα. Και στον τομέα των voice over τα πράγματα είναι σχετικά ικανοποιητικά χωρίς κάτι το ιδιαίτερο. Υπάρχει, φυσικά, η επιλογή μεταξύ αγγλικών και ιαπωνικών φωνών αλλά προσωπικά (ναι, ναι ξέρω το επαναλαμβάνω σε κάθε ευκαιρία…) προτιμώ μακράν τις ιαπωνικές κραυγ.. εχμ, διατυπώσεις. Μελανό στοιχείο, αυτό που όλοι υποψιαζόμασταν, τα frame drops στο Nintendo Switch, που δυστυχώς είναι αρκετά και διόλου αμελητέα…

Σε γενικές γραμμές, πρόκειται για ένα δυνατό blast from the past και μια ιδιαίτερη προσθήκη για τη συλλογή σας αν δεν καταφέρατε να παίξετε ποτέ αυτόν τον τίτλο. Όχι, δεν πρόκειται για αριστούργημα ούτε θα το δείτε σε ανόητες λίστες με τα «X καλύτερα παιχνίδια τρόμου που πρέπει να παίξετε πριν βρεθείτε six feet under». Από τη μια, αφορά ένα συγκεκριμένο κοινό και από την άλλη μια γενική είσοδο στη σειρά. Είθε να γίνει αποδεκτό από την κοινότητα ώστε η σειρά να επιστρέψει για τα καλά! Good night out there, whatever you are, όπως θα έλεγε και ο αφηγητής της σειράς «Count Duckula».